Επιστροφή στη λίστα
Προηγούμενο κείμενο
Επόμενο κείμενο
Εκτύπωση

Z213: Έξοδος

Δημήτρης Λυάκος
(αποσπάσματα 1-2)

Z213: Έξοδος

Στο Μένη Λεφούση




1.


αυτα τα ονοματα κι ετσι με βρηκαν. Και
μολις με φερανε εμεινα καποιο καιρο και μετα με πηγαν ηταν ενα κτιριο με τεσσερα διαμερισματα μεγαλες αυλες και δωματια ηταν ολοι οι αλλοι εκει τεσσερα διαμερισματα χωριστα οχι πολύ κοντα στη θαλασσα. Και τρωγαμε μαζι καποτε και στο κεντρο ένα ξυλο με κομμενα κλαδια από πανω ένα ανοιγμα για τον καπνο, και σταχτη στο πατωμα μαυρες κηλιδες και σταχτη. Κι απ' τους πορους στους τοιχους ερχοτανε λιγο νερο και μερικες φορες μπορουσες να ζητουσες επανω να πας να δεις έναν αλλον κι οταν μερικες φορες το βραδυ επεφτε το ρευμα και καθομασταν αμιλητοι στο σκοταδι αλλα τα διαμερισματα που δεν επικοινωνουσαν τρεις τεσσερεις πεντε μεταξυ μας αγαπουσαμε ο ενας τον αλλο όμως οι περισσοτεροι απ αυτους που ημασταν θα πεθαιναν καποτε ολοι κι εγω και τοτε φωναζαν εκεινοι που πιστευαν αλλοι οχι ειχαμε αυτό το δικαιωμα και ημασταν σε ολα αυτά τα διαμερισματα γυρω στους χιλιους και κάθε μερα ερχοταν ενας από το προσωπικο με ενα καταλογο και στεκονταν στην πορτα μολις εμπαινες στην πορτα την εξωπορτα για να μπεις στεκονταν και φωναζε να βγουν εξω και τους καλουσαν τοτε τους επαιρναν από εκει κι εμεναν δεκα αλλου δεκαπεντε αναλογα με το τμημα και τους πηγαιναν σε ένα ειδικο χωρο από το βραδυ την προηγουμενη μερα και την αλλη μερα το πρωι ερχονταν και τους επαιρναν από εκει και να ακους την ωρα αυτή που εμπαιναν μεσα και φωναζαν τα ονοματα να ακους τωρα να μας αποχαιρετουν ημασταν δυο χιλιαδες περιπου. Και μας αποχαιρετουσαν τωρα εγω με ολους τους αλλους και να μας αποχαιρετουν και να ακους να βουιζει ο τοπος απ' τον αποχαιρετισμο. Και μετα εβγαιναν εξω εμπαιναν σε ενα αυτοκινητο και πηγαιναν απ' το πισω μερος ηταν θαλασσα και πηγαιναν. Και μολις εβγαιναν να ακους τωρα ανθρωπους να φωναζουν κι από εκει με ένα αυτοκινητο απο το πισω μερος στη θαλασσα δεν ηταν πολύ μακρια ηταν από το πισω μερος εκει που εφτιαχναν λακκους και το νερο εφτανε καμια φορα και η πολη ξυπνουσε από αυτή τη βοη. Και τους κατεβαζαν μεσα στο λακκο. Αυτο μου ερχεται τις πιο πολλες φορες στο μυαλο. Και να ακους να φωναζουν μεχρι τα τελευταια σπιτια της πολης εκει που ηταν το τειχος και καταλαβαιναν ολοι. Και καποιοι πλησιαζαν κοντα στους λακκους κι εφευγαν παλι και δεν ηταν κρυφα ηταν κατω απ' τα ποδια μας αλλα κανεις. Μια πολη ολοκληρη σχεδον. Κι αυτη τη στιγμη την απεριγραπτη που κατεβαινα περασμενα μεσανυχτα κι ειδα να τους πηγαινουν με εκεινο το φορτηγο κατω στη θαλασσα.





2.


Αν μπορουσα μονο απο κει που μου ειπε για εκεινο το διαδρομο που φερνει πισω απ το τειχος στο εγκαταλειμμενο φυλακιο και τη σηραγγα μεσα από το βουνο. Γιατι οι αλλοι δρομοι φυλαγονταν ολοι να μην περασει κανεις. Τα φωτα σπασμενα στο διαδρομο εκτος από ενα στο βαθος. Κι επειτα αυτος ο φεγγιτης μια τρυπα ανοιχτη στο σκοταδι. Μπαινοντας ετσι αφηνεις την πολη, το περασμα που ολο στενευει, ανεβαινεις, ακους ξαφνικα φτερουγισματα. Ακους σαν να περναει ποταμι απο καπου. Σε λιγο διακρινεις την ακρη, φως, ανεβαινεις δεντρα, ψιχαλα, φυλλα χυμενα στα ποδια σου. Φωνες και βηματα σε πλησιαζουν μετα απομακρυνονται. Υστερα αρχιζεις να κατεβαινεις οσο πιο γρηγορα, προτου χαραξει. Αυριο θα πεθαιναν κι αλλοι. Και καποιοι θα ξερουν για σενα. Νυχτα κομμενη στα δυο απ' την κιτρινη ζωνη που περναει αναμεσα της. Και σου ειχε πει να περιμενεις την ωρα που ερχονται και είναι ευκολοτερη η εξοδος. Και που τους εφερναν και που τους χωριζαν, δυο σειρες – δυο σειρες που ανακατευονταν παλι καθως τους εσπρωχναν μπρος. Και πολλοι από αυτους πεφταν στη θαλασσα η επεφταν κι οι αλλοι πατουσαν επανω τους. Κι εγω όπως μου ειπε φορεσα το σταυρο και περασα διπλα απ' τον πυργο και βγηκα στο δρομο για το σταθμο. Από εκει μπορουσες να φυγεις. Εάν επαιρνα ένα τραινο από εκει. Ομως καθησα τοτε να ξεκουραστω γιατι πονουσα.





Για περισσότερες προδημοσιεύσεις από το ίδιο βιβλίο επισκεφθείτε
http://en.wikipedia.org/wiki/Lyacos#External_links
Z213: Έξοδος

Δ. Λυάκος, συγγραφέας

Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφθείτε το www.lyacos.net




φωτογραφία: πορτραίτο του συγγραφέα, 2006, Χάρης Κοντοσφύρης